1830-επεισόδειο 2
5 χρόνια πριν
Ο Οδυσσέας φορούσε την στολή του ελληνικού στρατού. Βάδιζε μέσα στην κοιλάδα.
Στις παρυφές ενός χωραφιού είδε μια μάνα να κρατάει το μικρό παιδί της στην αγκαλιά καθισμένη με την πλάτη σε έναν μπόγο από στάχια
-Μαμά , πεινάω μαμά, της είπε το παιδί
-Δεν έχω να σου δώσω κάτι γιέ μου, απολογήθηκε με πόνο ψυχής η μάνα, κάνε υπομονή μέχρι να φτάσει ο ήλιος στην κορυφή και να μας φέρουν οι επιστάτες του αφέντη φαγητό
-Και χτες που μας φέρανε λίγο ήτανε
-Σήμερα σου υπόσχομαι θα σου δώσω το δικό μου
-Και συ τι θα φας μανούλα;
-Εγώ δεν πεινάω σήμερα
Ο Οδυσσέας κοντοστάθηκε. Κοίταξε την μάνα
-Τι να κάνω άρχοντα μου; τον ρώτησε
-Μην σε ξεγελά η στολή κυρά, ένας απλός στρατιώτης είμαι.
Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι
-Ο πατέρας του; ρώτησε για τον μικρό και με το βλέμμα του έδειξε τα χωράφια, είναι στο μάζεμα;
-Ο πατέρας του δεν άντεξε, έφυγε για καλύτερα στα βουνά
-Ληστής;
-Δεν άντεξε πολύ , στους δυο μήνες σκοτώθηκε.
Πρωτύτερα ήταν σαν εσένα, πολέμησε για την λευτεριά της πατρίδας
- Και ο άρχοντας εδώ; Δεν πληρώνει καλά;
-Ότι δίνουν όλοι στον κάμπο δίνει και αυτός
-Και δεν φτάνουν;
Η γυναίκα χαμογέλασε πικρόχολα
-Λείπεις καιρό στον πόλεμο;
-2 χρόνια
-Πολύς καιρός. Πριν είχαμε τον αγά τώρα τον τσιφλικά
-Είναι καλύτερα χωρίς τον αγά τώρα κι ας υπάρχουν δυσκολίες όμως ε;
-Αν σου πω πως τώρα ο φόρος είναι μεγαλύτερος από πριν;
-Ο φόρος;
-Εσύ τρως τα νιάτα σου να λευτερωθεί η πατρίδα αλλά αυτή απλά αλλάζει δυνάστη.
Ο νέος δυνάστης μιλά την γλώσσα μας, κάνει τις προσευχές μας-μην σου πω ξέρει και τις κάνει και καλύτερα κι από εμάς, όμως μας τρώει πιο πολλά από πριν.
Και συ; Πολεμάς και πολεμάς
Τι τα θες ξένε; Είναι να μην γεννηθείς φτωχός...
Εκείνη την ώρα ακούστηκαν ποδοβολητά από άλογα και επιφωνήματα από δυο καβαλάρηδες που κάναν "χα -χα" για να τα δώσουν περισσότερη ταχύτητα στα ζωντανά.
Ο Οδυσσέας γύρισε και είδε δυο ενόπλους με καραμπίνες να τους πλησιάζουν
Ο ένας ο καβαλάρης πριν κατέβει απ το άλογο ξεκίνησε να βρίζει την γυναίκα που καθόνταν
Πάλι στο τεμπελιό μωρή το έρ..., παρατήρησε τον Οδυσσέα και σταμάτησε,ο Μαύρος Χάρος είσαι ρε; ρώτησε και γέλασε
-Πάντα φωνακλάς παραμένεις Ρήγα
Ο Ρήγας τον πλησίασε και αγκαλιάστηκαν
-Αδερφέ μου Οδυσσέα, γύρισε και κοίταξε τον βοηθό του που παρέμενε πάνω στο άλλγο, ο "Μαύρος Χάρος" που σας έλεγα; Θυμάσαι; Αυτός είναι.
Πολεμήσαμε μαζί σε αρκετούς πολέμους.
Οι Τούρκοι μόνο που ακούγαν το όνομα του γινόνταν καπνός χαχαχα
Σήφη; Ανέλαβε εσύ τους κολίγους, θα κατέβω στο χωριό με τον παλιό μου σύντροφο να πιω μια ρακή να γιορτάσω το αντάμωμα μας
Λίγη ώρα αργότερα στο καφενείο του χωριού ο Ρήγας γέμιζε από ένα καραφάκι τα ποτήρια τους με ρακί και τα τσουγκρίζαν
-Χάρης στο αίμα που χύσαμε στην μάχη ο τόπος ελευθερώθηκε και ο τουρκαλάς ξεκουμπίστηκε Οδυσσέα.
Ανασαίνουμε ελεύθεροι αδερφέ και είναι ωραίο
-Και από δουλειές; Πως είναι τα πράγματα;
-Ο αφέντης εδώ δεν αφήνει ανθρώπους με τις δικές μου γνώσεις στα όπλα να πάνε χαμένοι. Ευτυχώς χώθηκε στην δουλειά και με έκανε επιστάτη στο βιός του
Διώχνω τους ληστές και κρατάω σε πειθαρχία τους ξεβράκωτους στα χωράφια
-Για όλους τους έλληνες πολεμήσαμε Ρήγα... και για τους ξεβράκωτους
-Δεν αντιλέγω. Κι αυτοί δεν έχουν παράπονο, έφυγε ο τούρκος πάνω απ την κεφαλή τους
-Αλλά το μωρό παιδί εκεί κάτω πεινούσε
-Πρόβλημα της μάνας του
-Στην δούλεψη σας δεν είναι η γυναίκα;
-Ναι
-Και πληρώνεται τόσα ώστε να μην έχει να θρέψει το παιδί της;
-Σε αυτόν τον κόσμο Οδυσσέα τίποτα δεν είναι δωρεάν. Τι δεξιότητες κατέχεις; Αυτές πληρώνουν τα αφεντικά
-Μα , λευτερώσαμε και λευτερώνουμε ακόμη τον τόπο για να πεινάνε ξανά οι δικοί μας;
-Εσύ με τις γνώσεις και την εμπειρία που έχεις πάντως μην φοβάσαι. Δεν θα πεινάσεις. Μπορείς να βρεις άνετα δουλειά σαν την δική μου σε κάποιο αρχοντικό ή στην χωροφυλακή. Μπορώ να μιλήσω αν θες και σε αρχόντους ή στον ενωματάρχη
Θα βγάζεις καλά λεφτά και ξεκούραστα
Ο Οδυσσέας σηκώθηκε και ο Ρήγας τον μιμήθηκε
-Χάρηκα που σε είδα Ρήγα
-Τι θα κάνεις;
-Σκέφτομαι να κινήσω βόρεια προς τα δικά μου μέρη
Δώσανε τα χέρια και αγκαλιαστήκανε
-Μην ξεχνάς αδερφέ, του είπε, μια φορά μαχητές για πάντα μαχητές
Ο Οδυσσέας χαμογέλασε από ευγένεια και κούνησε το κεφάλι
-Πρέπει να ξεκινήσω πριν με προλάβει το σκοτάδι
-Στο επανειδείν αδερφέ μου
1830ς
Η Μάγδα καθόταν έξω απ το πανδοχείο της σε ένα τραπεζάκι και έπινε καφέ
Ο Ισμέτ ο αρβανίτης βγήκε απ το πανδοχείο αγουροξυπνημένος και κάθισε δίπλα της
-Καλημέρα, του είπε χαμογελαστή
-Δεν θα πρέπε να ήσουν πιο ανήσυχη;
-Καθόλου
-Τα βάλαμε με τον άγγλο, τον τούρκο και τον έλληνα,
-Η ζωή είναι πολύ μικρή Ισμέτ για να πεθάνω απ το άγχος
-Αν γυρίσουν για να μας διαλύσουν;
-Δεν έχουμε άντρες μας στα στενά που οδηγούν στο οροπέδιο;
-Ολημερίς και ολυνυκτίς και έχω και ανθρώπους μου στα κάτω χωριά. ότι κίνηση γίνει θα την μάθουμε πρώτοι με τα περιστέρια
-Οπότε ας απολαύσουμε τον ήλιο ανέμελοι
-Ανέμελοι. Μια κουβέντα είναι και αυτό
Η Μάγδα τον κοίταξε
-Σου έλλειψε η φαμίλια;
Ο Ισμέτ κούνησε το κεφάλι
-Η κυρά σου δουλεύει στα χωράφια των τσιφλικάδων;
-Μισή μέρα δρόμο από εδώ. Σχεδόν πάνω στα σύνορα είναι το χωράφι.
Από φέτος δουλεύουν και οι δυο γιοί
-Μεγαλώσαν τα θεριά ε;
-Σωστοί άντρες γινήκανε , είπε βουρκωμένος ο Ισμέτ
-Άντε τράβα.
-Τι;
-Σέλωσε το άλογο και κατέβα να τους συναντήσεις
-Έλεγα την Κυριακή στην εκκλησιά
-Θα πας και την Κυριακή αλλά τράβα τώρα
-Κι αν γίνει κάτι εδώ;
-Έχω δέκα ληστές σωστούς αντάρτες να με φυλάνε , σαν τι να γίνει ωρέ;Τράβα ντε σου λέω.
Και τσάκω και αυτό, του είπε και του πέταξε μια λίρα
Ο Ισμέτ την έπιασε στον αέρα και σάστισε
-Λίρα; Χρυσή;
-Μου την άφησε πελάτης χτες που ήπιε όλη την λίμνη σε κρασί. Τσάκω την και περνώντας απ την πόλη να τους αγοράσεις ότι χρειαζούμενο ζητάνε
Ο Ισμέτ την κοίταξε
-Είσαι όντως τόσο σκληρή και καλή ή παίζεις και συ όπως όλοι το δικό σου παιχνίδι;
-Παίζω το δικό μου παιχνίδι. Όμως στο δικό μου παιχνίδι φροντίζω να μην πληρώσετε ποτέ τα δικά μου σπασμένα εσύ και τα παιδιά
Άντε τράβα τώρα.
Θα νυχτώσει και ακόμη εδώ θα είσαι
Ο Ισμέτ σηκώθηκε.
-Προς το σούρουπο θα χω επιστρέψει
-Δεν θα χει έρωτα το πρόγραμμα δηλαδή
-Με τα παιδιά στο σπίτι ρε;
-Γλιτώσαμε το γκάστρωμα , πάλι καλά, είπε και γελάσανε
Στην κάτω χώρα στο στρατόπεδο εμφανίστηκε ο Στρατηγός Παπούλιας
Κάθισε στην πρόχειρα διαμορφωμένη τέντα που λειτουργούσε ως αίθουσα συσκέψεων
-Χτύπησε μια ομάδα ληστών στο αρχοντικό του μπέη Κιοσμέτ...πρώην Κισμέτ νύν Παπαπουλου, του ανέφερε ο συνταγματάρχης Νέκος, είναι το τρίτο κρούσμα σε μια βδομάδα.
Δεν τον έκλεψαν μόνο τον άνθρωπο αλλά τον ξεφτίλισαν μπροστά στους κολίγους του
Ο Στρατηγός άκουγε ατάραχος
Ο συνταγματάρχης Νέκος συνέχιζε
-Αν δεν δράσουμε τώρα κατά της ληστοκρατίας στην περιοχή φοβάμαι πως πολύ σύντομα θα αυξηθεί η συμπάθεια των κολίγων προς τους κατσαπλιάδες.
Και εδώ που τα λέμε αν μου επιτρέπεται...
-Είναι προτιμότερο να σαι ληστής στις μέρες μας παρά εργάτης γης συνταγματάρχα, τον διέκοψε ο στρατηγός , το γνωρίζω.
Πείτε μου τι χρειάζεστε από εμένα;
-Δεν χρειαζόμαστε όπλα ή ανθρώπινο δυναμικό. Μόνο την άδεια σας να ξεκινήσουμε επιχειρήσεις
-Και η χωροφυλακή; Δεν μπαίνουμε στα χωράφια της;
-Έχω μιλήσει με τον επικεφαλής της και είναι σύμφωνη υπό τον όρο να μετάσχουν στις επιχειρήσεις
-Πόσα μέλη έχει η εν λόγο ομάδα ληστών;
-Μόνο 4
-Εύκολη υπόθεση
-Ίσως όχι τόσο όσο φαίνεται, παρενέβη ο λοχαγός Νίκος Ζήκος, ανάμεσα τους και μάλλον και επικεφαλής τους είναι κάποιος παλιός γνώριμος του στρατεύματος, γνωστός περισσότερο με το παρατσούκλι που κέρδισε στα πεδία των μαχών κατά του Οθωμανικού στρατού. Ο Μαύρος Χάρος
Ο στρατηγός ταράχτηκε αλλά προσπάθησε να μην το δείξει
-Είναι στα μέρη εδώ ο Οδυσσέας; ρώτησε
Ο συνταγματάρχης κούνησε το κεφάλι
-Στα βουνά θα να δύσκολο να τον πιάσετε. Θα πρέπει να τον παγιδεύσετε σε κάποιο κτίριο , σε κάποιο χωριό ή μέσα στην πόλη ακόμη καλύτερα
-Και μετά; ρώτησε ο συνταγματάρχης
-Μετά θα βάλετε φωτιά στο κτίριο. Μην μπείτε στον πειρασμό να δώσετε μάχη
Ο συνταγματάρχης Νέκος με τον λοχαγό Ζήκο κοιτάχτηκαν
Ο στρατηγός συμπλήρωσε
-Έκανα το λάθος εγώ ο ίδιος να εκπαιδεύσω τον Οδυσσέα, να δημιουργήσω απ το μηδέν τον "Σιγιά Λουτούφ" , τον "Μαύρο Χάροντα" όπως τον βαφτίσαν οι τούρκοι στρατιώτες.
Αυτός ο "Μαύρος Χάροντας" έδωσε ανέλπιστες νίκες στην πατρίδα μα τώρα καθώς φαίνεται θεωρεί αυτή την ίδια την πατρίδα του εχθρό και πήρε τα όπλα ξανά εναντίων της
Η συνάντηση τελείωσε
Ο Στρατηγός βγαίνοντας απ την τέντα έπιασε τον λοχαγό Ζήκο και πήγαν παραπέρα
-Τι συνέβη με τον άλλον
-Στρατηγέ μου δυστυχώς ο άστατος χαρακτήρας του Μανώλη λίγο έλλειψε να τινάξει το εμπόριο μας στον αέρα
-Καλός στρατιώτης αλλά φανατικός, κρίμα
-Πάντως όταν ανεβήκαμε στο οροπέδιο, αν και λένε πως ο Μαύρος Χάρος βοήθησε αυτή την Μάγδα να ξεπαστρέψει τον μπέη εμείς δεν τον συναντήσαμε
-Τι έχεις ακούσει για αυτόν;
-Θρύλους της περιοχής.
-Θα ήθελα να τους μάθω
-Πριν πέντε χρόνια όταν τελείωσε εκείνος ο πόλεμος γύρισε πίσω στα εδάφη του.
Εκεί συνάντησε τον τσιφλικά και τους επιστάτες , πολλοί απ τους οποίους ήταν σύντροφοι του στην μάχη, να έχουν αντικαταστήσει τους αγάδες στην καταπίεση του λαού μας
Ταυτοποίησε μέσα στο κεφάλι του την φτώχεια που υπάρχει σε όλα τα μέρη του κόσμου με την καταπίεση και θεώρησε πως τζάμπα πολέμησε
Φεύγοντας από ένα χωράφι λυπημένος με ότι είδε με τα ίδια του τα μάτια συνάντησε έναν πλαιό αξιωματικό του ανάπηρο σε ένα χωριό να ζητιανεύει για να ζήσει
Είδε το χωριό όλο να τον περιγελά
Εκεί είδε έναν άρχοντα στο καφενείο μαζί με τους επιστάτες του να προσπαθούν να γελοιοποιήσουν τον αξιωματικό και λένε πως κουβαλούσε μόνο ένα μαχαίρι
Κατάφερε μέσα σε 5 λεπτά να σκοτώσει τους αρματωμένους άντρες του άρχοντα
Μετά έδεσε τον άρχοντα πίσω απ το άλογο του και τον έσερνε στο χωριό μέχρι να βρει αργό βασανιστικό θάνατο και αυτός
Και έτσι βγήκε ληστής στα βουνά
-Αν μπορούσα να τον συναντήσω. Να του μιλήσω. Πιστεύω θα μπορούσα να τον μεταπείσω
-Δεν θα ήταν επικίνδυνο για την ασφάλεια σας;
-Αν του δήλωνα πως θέλω μόνο να κουβεντιάσουμε όχι.
Αυτό το παιδί ότι και να ήταν , σε ότι και να το μετατρέψαμε παραμένει πάντα ένας μπεσαλής άντρας που τηρεί τον λόγο του
-Με αυτήν στο οροπέδιο τι θα κάνουμε;
-Δεν γίνεται να δώσουμε δυο μάχες ταυτόχρονα. Ας πάμε με τα νερά της για ένα διάστημα, αν συμφωνούν και οι άλλοι απ την απέναντι πλευρά των συνόρων
-Μιλώντας με τον λοχαγό τους , τον Αλή, πιστεύω το ίδιο σκέφτονται και αυτοί
Πάνω στο βουνό σε μια πλαγιά ο Οδυσσέας και οι σύντροφοι του είχαν στήσει το κρησφύγετο τους στην ράχη ενός γκρεμού
Ο Βαγγέλης έχοντας όπως πάντα ένα τσιγάρο στο στόμα τελείωνε την καταμέτρηση των λαφύρων
Κοίταξε τον Οδυσσέα
-Κράτησε όσες κουβέρτες και τρόφιμα χρειαζόμαστε.
Τα υπόλοιπα στείλτα κάτω στα χωριά σε κόσμο που τα έχει ανάγκη
-Και τα λεφτά; ρώτησε ο Βαγγέλης
-Κόβουμε ένα μερίδιο για τον καθένα μας, όσα χρειαζόμαστε , όχι παραπάνω. Ένα για το κοινό ταμείο μας. Τα υπόλοιπα κάτω στα χωριά , δες ποιοι έχουν ανάγκη από γιατρό, φάρμακα και δώστα
Ο πιτσιρικάς ο Τίμος πλησίασε τον Οδυσσέα
-Όταν περνάνε τα χρόνια τι κάνουν οι ληστές;
-Τι εννοείς;
-Κατεβαίνουν στην κοιλάδα και αγοράζουν γη ας πούμε;
-Δύσκολο γιατί τους καταζητούν
-Πάνε σε άλλες περιοχές που δεν τους ξέρουν;
-Δεν ξέρω κανέναν να το χει κάνει
-Σε άλλη χώρα;
-Ούτε κανέναν που να χει κάνει αυτό ξέρω
-Και τι κάνουν; Πως πεθαίνουν οι ληστές;
Ο Οδυσσέας γύρισε και του έδειξε τις κορφές των βουνών πίσω τους , μετά έστρεψε το βλέμμα αριστερά και του έδειξε το δάσος
-Εδώ ζουν, εδώ δρουν, εδώ πεθαίνουν...όσοι προλάβουν και φτάσουν στα βαθιά γεράματα
-Και δεν χαίρονται ποτέ τις χαρές της ζωής ε;
-Γιατί; Τις χαίρονται οι φτωχοί κάτω στην κοιλάδα;
-Αυτοί τουλάχιστον βρίσκουν μια γυναίκα, κάνουν οικογένεια...
-Με αντάλλαγμα την ελευθερία τους. Για τον ληστή δεν υπάρχει οικογένεια , αυτό είναι το τίμημα αν θες να ζήσεις λεύτερος
-Φοβάσαι πως επειδή τα ρωτάω αυτά μετάνιωσα και το σκέφτομαι να κατέβω; Πράγμα που σημαίνει πως για να ζήσω φυσιολογικά θα πρέπει να σας προδώσω ε;
-Αν ήμουν άλλος ληστής και είμασταν άλλη συμμορία μπορεί και να το σκεφτόμουν και δεν θα ζούσες.
Είναι επικίνδυνες ερωτήσεις αυτές πιτσιρίκο
Όμως εδώ όλοι είναι ελεύθεροι να φύγουν όποτε θέλουν, φτάνει να ειδοποιήσουν πρώτα να ξέρουμε.
Μετά μπορείς να πας κάτω και να προδώσεις τα πάντα, την θέση μας , τα κρησφύγετα μας... όλα.
-Θα ανέβουν και δεν θα βρουν τίποτα....δεν είναι αυτό όμως. Απλά σκέφτομαι, δεν θα υπάρχει κάποιος τρόπος να....
-Να ερωτευτείς; Να αγαπήσεις;
Υπάρχει , κανείς δεν μπορεί να το εμποδίσει αυτό.
'Οσοι ληστές το κάνανε κατεβαίναν κρυφά στην χώρα ή στους καταυλισμούς να συναντήσουν την αγάπη τους
Η κατάληξη ήταν πάντα η ίδια
-Τι κατάληξη είχαν;
-Τους παίρναν χαμπάρι κάποια στιγμή είτε οι επιστάτες, είτε οι χωροφύλακες, είτε τους καρφώναν κάποιοι ζηλιάρηδες κολίγοι και αφήναν την τελευταία τους πνοή σε ενέδρες.
Αν πάλι δεν τους σκοτώνανε και τους πιάνανε ζωντανούς τους βασάνιζαν φριχτά μέχρι να πεθάνουν
Ο Τίμος συνοφρυώθηκε
-Γνώρισες κάποια; τον ρώτησε ο Οδυσσέας
-Είπαμε να συναντηθούμε, σήμερα το βράδυ στο ποτάμι, όταν το φεγγάρι θα ναι ψηλά
-Από τι οικογένεια είναι;
-Κολίγα
-Γαμώτο
Ο Οδυσσέας έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε προς τον Μέρτ που καθόνταν φρουρός σε ένα βράχο και παρακολουθούσε τα περάσματα που οδηγούσαν στο κρησφύγετο τους
Ο Τίμος τον ακολουθούσε
-Έκανα βλακεία καπετάνιο; Θα με απαγορεύσεις να πάω
Όταν φτάσανε στον Μέρτ γύρισε και του είπε
-Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο που θα απαγορεύσω το οτιδήποτε, πολύ δε περισσότερο έναν έρωτα.
Απλά την επόμενη φορά θα ρωτάς τον Μέρτ να σου βρίσκει τα κατάλληλα μέρη για ραντεβού, ώστε να μην είναι τόσο προφανή και να έχουν κρυψώνες τριγύρω ώστε να μπορούμε να σε φυλάμε από ενέδρες
-Τι; θα ρθειτε και σεις; ρώτησε απογοητευμένος ο Τίμος
-Μην φοβάσαι ούτε μάτι θα πάρουμε , ούτε θα ακούμε τι κάνετε. Θα είμαστε πολύ μακριά , απλά θα κάνουμε μια περίμετρο ώστε ότι πλησιάσει να ειδοποιήσουμε και να φύγουμε
Είχε βραδιάσει.
Στο καφενέ στην χώρα οι θαμώνες πολλοί
Δημόσιοι υπάλληλοι του κράτους , νεοφερμένοι με την απελευθέρωση, ρέμπελοι της πόλης, ποινικοί που συνεργάζονταν με την χωροφυλακή, χωροφύλακες,έμποροι, γιοί -γαμπροί αρχότων
Η πόρτα άνοιξε και μέσα μπήκε με βαριά περπατησιά ένας "ταξιδιώτης".
Έκατσε σε ένα τραπέζι και φώναξε
-Φέρε κάτι να μεθάει κάπελα
Ο καφετζής πλησίασε λίγε στιγμές αργότερα με έναν δίσκο. Ακούμπησε στο τραπέζι του ένα ποτηράκι και ένα καραφάκι με ρακί και ένα μπουκάλι με νερό
-Στην υγειά σας, του είπε κι πήγε να φύγει όμως ο "ταξιδιώτης" του άρπαξε τον καρπό
-Κάτσε να τα πούμε λίγο, του πε και πέταξε μερικά κέρματα στο τραπέζι, για το πιοτί και για αυτά που θα μου πεις
Ο Καφετζής έκατσε
Ο χωροφύλακας απ το απέναντι τραπέζι έριχνε λοξές ματιές
-Ρήγας, με έχεις ακουστά; ρώτησε ο άντρας
Ο καφετζής κούνησε το κεφάλι του
-Είμαι απ τα νότια μέρη
-Δεν θέλω μπελάδες
-Με σένα δεν έχω κάτι να χωρίσω, μια ερώτηση θα σου κάνω μόνο
-Ακούω
-Ταξιδεύω πολλές μέρες. όπυ ξαποσταίνω κάνω την ίδια ερώτηση.
Ο "Μαύρος Χάρος", δρα εδώ στην περιοχή;
Ο Καφετζής κοίταξε τα κέρματα στο τραπέζι
-Δικά σου είναι μη τα θωρείς, του πε ο Ρήγας
Ο Καφετζής τα πήρε και τα έβαλε στην τσέπη, μετά έκανε νόημα στον χωροφύλακα
-Θα σου πει αυτός ότι θες να μάθεις, του πε και σηκώθηκε και γύρισε στο μέρος του
Ο Ρήγας πήρε το καραφάκι και το ποτήρι του και περπάτησε ως το τραπέζι του χωροφύλακα
Κάθισε.
Στα πίσω τραπέζια απ τον χωροφύλακα καθόνταν επίσης χωροφύλακες
Ο χωροφύλακας είχε ένα πυκνό μουστάκι και άγριο ανέκφραστο βλέμμα
-Μια ερώτηση θα..., πήγε να πει ο Ρήγας όμως ο χωροφύλακας τον διέκοψε
-Στον καφετζή έδωσες δυο σε μένα θα δώσεις πέντε
Ο Ρήγας έβγαλε απ την τσέπη του κέρματα και τα πέταξε στο τραπέζι
-Το χρήμα δεν είναι πρόβλημα και δεν έχω όρεξη για παζάρια. 7 δικά σου και τέλος.
-Κάνε την ερώτηση σου και στρίβε
-Ο "Μαύρος Χάρος" δρα στα μέρη σου;
-Προχθές χτύπησε δυτικά
-Τον έχετε;
-Σαν φάντασμα κινείτε, κανείς δεν έχει ιδέα που μπορεί να είναι
-Τον ψάχνεις;
-Το ανέλαβαν οι αναθεματισμένοι του στρατού και έχουμε εντολές να ακολουθήσουμε
Ο Ρήγας κούνησε το κεφάλι του
-Νομίζουν θα πάρουν αυτοί όλοι την δόξα, οι βλάκες
-Εσύ τι λογαριασμούς έχεις με δαύτον και ρωτάς;
-Τι γνωρίζεις για αυτόν;
-Όταν πυροβολεί ή όταν δουλεύει το μαχαίρι χτυπά μια φορά και ο αντίπαλος αφήνει τα εγκόσμια
Ο Ρήγας γέλασε και σήκωσε το πουκάμισο του, στα πλευρά του είχε σημάδια από τρεις σφαίρες και στην καρδιά σημάδι από μαχαιριά βαθιά
-Τρεις σφαίρες, οι δυο είναι ακόμη μέσα. Το άλλο στην καρδιά γνωρίζεις τι σημάδι είναι
Αν θες τον Μαύρο Χάρο είμαι ο μόνος που μπορεί να στον φέρει, κρύο ή ζεστό γιατί είμαι ο μόνος άνθρωπος σε αυτόν τον κόσμο που του κάρφωσε μαχαίρι στην καρδιά και τρεις σφαίρες στα πλευρά και ζω ακόμη
Για αυτό καλύτερα να βοηθήσεις εμένα αν ξες τα μονοπάτια στα βουνά παρά τον στρατό
Πέντε χρόνια πριν
Ο Οδυσσέας άφησε τα χωράφια που δούλευε ως επιστάτης ο παλιός συμπολεμιστής του ο Ρήγας και μπήκε μέσα στο επόμενο χωριό
Στην πλατεία πιάστηκε η καρδιά του
΄Ένας άντρας απεριποίητος χωρίς πόδια περπατούσε βάζοντας δύναμη στα χέρια για να κινεί το κορμί του
Φορούσε στολή΄ στρατηγού του στρατού
Καθόνταν λίγα μέτρα έξω απ τον καφενέ και φώναζε
-Χωριανοί λυπηθείτε με, 3 μέρες έχω να φάω. Λυπηθείτε με που να πάρει. Για εσάς και την πατρίδα έχασα τα πόδια μου και καταστράφηκε η ζωή μου
Στο καφενείο καθόνταν ένας άρχοντας με τους δυο γιούς του
-Στρατηγέ μου, του φώναξε, τα σέβη μου , και σκάσανε όλοι οι θαμώνες στα γέλια
-Γεια σου και σε σένα άρχοντα μου. Σε παρακαλώ δώσε μου ότι έχεις καλοσύνη, θα πεθάνω της πείνας. Αμαρτία δεν είναι;
-Ο παπάς δεν σου έδωσε χτες;
-Φύγε μου είπε, αυτά τα έχω για το φιλόπτωχο
Στο καφενείο σκάσανε στα γέλια
Ο άρχοντας του πέταξε μια δεκάρα στον δρόμο
-Έλα ρε κουρελή, χαλάλι σου μας έκανες και γελάσαμε,μετά κοίταξε τους γιους του, μεγάλο λαμόγιο κι ο παπάς ε;
Ο στρατηγός βάζοντας δύναμη στα χέρια μετακινούσε το κορμί του προσπαθώντας να φτάσει την δεκάρα. Μόλις την πλησίασε ο άρχοντας τράβηξε το πιστόλι του και την πυροβόλησε και αυτή πετάχτηκε μερικά μέτρα πιο μακριά
Ο στρατηγός δεν μίλησε. Ξαναέβαλε δύναμη στα χέρια να φτάσει την δεκάρα. Μόλις την έφτανε ο άρχοντας την πυροβολούσε και αυτή πήγαινε ακόμη πιο μακριά
Ο στρατηγός πάλι την προσέγγιζε κάτω απ τον καυτό μεσημεριανό ήλιο αλλά τώρα κουραζόνταν και ίδρωνε
Ο ιδρώτας έσταζε απ το μέτωπο του
Τα ακούρευτα λευκά μαλλιά του πέφτανε στα μάτια του
Τελευταία φορά έφτασε και άρπαξε την δεκάρα
Στο καφενείο γελάσαν όλοι και τον χειροκροτούσαν
-Μια χαρά παλικάρι είσαι στρατηγέ μου, φώναξε ο άρχοντας, ένας ο Αχιλλέας τότε στην Τροία και ένας εσύ
-Μόνο που εσύ δεν έχεις φτέρνες για να σε πιάσουν κορόιδο, φώναξε ένας θαμώνας και γελάσαν
Ο άρχοντας ενώ γελούσε του είπε
-Μην κοροϊδεύεις τον ήρωα πολέμου ρε
Μετά στράφηκε προς τον στρατηγό
-Στρατηγέ σήκωσε με το χέρι σου την δεκάρα ψηλά, έχεις χέρια ε; δεν στα έκοψε και αυτά κάνα τούρκικο κανόνι
-Έχει, ψιθίρισε άλλος θαμώνας, τουλάχιστον μπορεί και τον παίζειμ
Ο άρχοντας γέλασε και του πε
-Σκάσε ρε βλάκα.
Ο στρατηγός σήκωσε με το χέρι του την δεκάρα στον αέρα
Ο Άρχοντας έβγαλε το πιστόλι του και σημάδεψε
Η σφαίρα έφυγε απ το πιστόλι του και πέρασε ανάμεσα απ το νόμισμα τρυπώντας το
-Παραδέχεσε στρατηγέ μου;
ο καφετζής του φώναξε
-Άντε σύρε έλα να σε βάλω να φας και να πιεις και μια κούπα κρασί
Ο στρατηγός σύρθηκε ως τα σκαλιά του καφενείου
Κοίταξε τον καφετζή
-Έχεις να πληρώσεις στρατηγέ μου;
Ο στρατηγός του έτεινε την τρύπια δεκάρα. Ο Καφετζής την πήρε και την κοίταξε
-Αυτή η δεκάρα είναι κατεστραμμένη, δεν μπορείς να αγοράσεις τίποτα με δαύτην
όλοι γελάσαν.
Ο Καφετζής την πέταξε στο έδαφος
"Καθίκια", ψιθίρισε μέσα του ο στρατηγός, "για εσάς πολεμούσα για να τρώτε τζάμπα και με χλευάζεται...θεέ μου να μου έδινες για μια στιγμή μόνο τα πόδια μου"
Κάτι μέσα στον Οδυσσέα έσπασε για πάντα
Περπάτησε αργά ως τα σκαλιά του καφενείου
Οι θαμώνες συνεχίζαν να χλευάζουν και να γελάνε με τον σακάτη στρατηγό
Ο Οδυσσέας έσκυψε και έπιασε την δεκάρα, μετά κοίταξε τον στρατηγό που έκλαιγε
-Θα στην κλέψω στρατηγέ μου αν δεν σε πειράζει
Καθώς έπαιρνε την δεκάρα άφηνε να πέσει κάτω μια χρυσή λίρα
-Πάρτην και ξεκινά να φεύγεις όσο πιο μακριά γίνεται από εδώ. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάπου μέρος για σένα και για μένα αλλά από εδώ φύγε
Μετά ανέβηκε τα σκαλιά του καφενείου κρατώντας την τρύπια δεκάρα στα χέρια. Κακώς γελούσε ο ένας γιος του άρχοντα εκσφενδόνισε την δεκάρα με απίστευτη ταχύτητα και αυτή μπήκε μέσα στο στόμα του και του φράκαρε τον λάρυγγα
Την ίδια στιγμή τίναζε το μαχαίρι του πάνω στο σώμα του άλλου γιου του άρχοντα
Ο άρχοντας πανικοβλήθηκε, έτρεξε να σώσει τον γιο του που πνιγόταν όμως ο Οδυσσέας με γρήγορα βήματα έτρεξε πήδηξε πάνω απ το τραπέζι και έπεσε πάνω του παρασύροντας τον στο πάτωμα
Απ την ζώνη του άρπαξε το πιστόλι και του έριξε μια σφαίρα στο κεφάλι
Οι θαμώνες παγώσαν
Σηκώθηκε όρθιος και ξεκίνησε να πυροβολεί σε όσους χλευάζαν τον στρατηγό. Βάδιζέ και σκότωνε κόσμο, όποιον σκότωνε του έπαιρνε το μαχαίρι ή το πιστόλι και συνέχιζε να σκοτώνει κόσμο
Τέλος έμεινε ο καφετζής
Τράβηξε το μαχαίρι του απ το σώμα του νεκρού γιού του άρχοντα και τον πλησίασε
-Λυπήσου με , είμαι καλός χριστιανός
-Τόσο καλός που είχες δυο χιτώνες και ζητούσες να πάρεις του σακάτη για να έχεις τρεις
Πριν το μαχαίρι του σφάξει τον καφετζή εμφανίστηκαν τρεις καβαλάρηδες έξω απ το καφενείο
-Παναθεμά σε τι έκανες; ακούστηκε η φωνή του Ρήγα , δεν έχει γυρισμό απ αυτό που έκανες ηλίθιε, θα σε κυνηγάνε μια ζωή, είπε και ύψωσε την καραμπίνα του.
Ο Οδυσσέας έβαλε μπροστά σαν ασπίδα το σώμα του καφετζή την ώρα που ο Ρήγας και τα δυο τσιράκια του τον πυροβολούσαν
Οι σφαίρες τους γαζώσαν στο σώμα του καφετζή, μετά ο Οδυσσέας με το πιστόλι του έριξε δυο σφαίρες και ο Ρήγας είδε τους συντρόφους του να πέφτουν νεκροί
Πάτησε την σκανδάλη αλλά δεν υπήρχε σφαίρα στο άδειο πλέον όπλο του.
Έβγαλε το μαχαίρι του και έτρεξε προς τον Οδυσσέα
Ο Οδυσσέας του έριξε τρεις σφαίρες στα πλευρά τινάζοντας τον πίσω και ρίχνοντας τον στο πάτωμα. Μετά τον πλησίασε και στάθηκε από πάνω του
-Έτσι απαντάς σε ένα παλιό συμπολεμιστή; Προδότη
-Εγώ πρόδωσα το έθνος κάθαρμα, είπε και έσκυψε από πάνω του, αλλά εσείς προδώσατε τον λαό, και του έμπηξε το μαχαίρι του στην καρδιά, ψόφα. Τουλάχιστον εσένα να μην σε ξαναδώ, είπε και τράβηξε το μαχαίρι του και κίνησε να φεύγει απ το χωριό
Ο Ρήγας βγήκε απ τον καφενέ στην χώρα
Κοίταξε τον ουρανό, ξημέρωνε
-Ήρθε η ώρα να με ξαναδείς προδότη και θα να σαν βλέπεις φάντασμα.....Μαύρε Χάρε
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου